• image

Γλωσσάρι

Posted by on Πέμπτη, 01 Ιουνίου 2017 12:15

Το κρητικό γλωσσάρι εμπλουτίζεται από τις συνταγές που προσθέτουμε!

Α

αίγα: κατσίκα 

αβάρσαμος:  δυόσμος

αποβραδίς: απ' το βράδυ

ασκολίμπροι: άγριο χόρτο της Κρήτης

αμάραθος: μάραθο

αθιβολές : κουβέντα, συζήτηση

αμανίτους: μανιτάρια

αλάτσι: αλάτι 

απάκι: καπνιστό χοιρινό κρέας 

αγούδουρας: σπαθόχορτο η βαλσαμόχορτο φαρμακευτικό φυτό

Β

βεγγέρα: βραδινή συγκέντρωση σε σπίτι 

Γ

γιαγείρουμε: γυρίσουμε

Δ

δραγάντι: πρώτη ύλη που σ' αυτήν βασίστηκε η παρασκευή της ζαχαρωτής μαντινάδας

δε γροικώ: δεν ακούω

Ε

εμίλιε του : του μιλούσε

επρόκαμες : πρόλαβες

εντάκαρε : ξεκίνησε

εφτάζυμο: είδος ψωμιού της Κρήτης

Ζ

ζαχαρωτές μαντινάδες: χειροποίητα ζαχαρωτά τυλιγμένα σε ένα χαρτάκι το οποίο γράφει μια μαντιναδα

Η

ήκουσα: άκουσα

ήπεσε : έπεσε

ήνταε τι: τι είναι

Θ

Ι

ίσαμε : μέχρι

Κ

κηπούλι: μποστάνι που φιλοξενεί τα ετήσια λαχανικά

κατέχεις : ξέρεις

κουρούπια: μεγάλα πήλινα δοχεία

κουνενός: σπιτικό προζύμι

κι ήντα:  και τι

Λ

λαμί : το σιτάρι ανακατεμένο με τους κανδύλους

λαόχια: μύκητας στρογγυλός που φυτρώνει σε άγονα μέρη, όπως τα μανιτάρι

Μ

μοσόρα: αλουμινένια λεκάνη για οικιακή χρήση

μπίζα: όσπριομ

πλιο: πια, πλέον, ποτέ πια

μόφωτα : σκοτεινά, μολις εχει πέσει ο ήλιος

Ν

ντάκος: παξιμάδι

ντελόγο:αμέσως

νεβάσταξέ :  βοηθώ να σηκώσω βαρύ φορτίο

Ξ

ξινόχοντρος:ξινισμένου γάλα με στάρι

ξεφουρνιά: η ώρα που βγαίνουν τα ψωμιά από το φούρνο

ξεροτήγανα: εορταστικό αλλά και νηστήσιμο γλύκισμα   με τηγανητά φύλλα τυλιγμένης ζύμης

Ο

ογρασά: υγρασία

Π

πιτιδιοσύνη: λεπτότητα στις κινήσεις

πετρολεκανίδα:  πήλινη λεκάνη για οικιακή χρήση

πανηγυράδες: οι πωλητές εκείνης την εποχής στα πανηγύρια

πυθάρια: μεγάλα πήλινα δοχεία

παρασία : κατασκευή με φωτιά για μαγείρεμα

Ρ

ρακί : τσικουδιά, κρητικό ποτό 

ρίφι: κατσικάκι

Σ

σάξε μου : φτιάξε μου

σύρε δα : πήγαινε τώρα

σύμπαινε : να συμπληρώνει

στέσει : τοποθετήσει

σκιουφιχτά ή σιουφιχτά μακαρούνια: φαγητό της κρητικής Αποκριάς 

σακούλι : σακούλα

στακοβούτυρο: Κρητικό  βούτυρο προερχόμενο από το ψήσιμο της  στάκας 

σύγλινο:  καπνιστό ή τσιγαρισμένο χοιρινό κρέας που διατηρούνται μέσα στο λίπος του χοίρου

Τ

τ’ ανιμένανε: το περιμένανε

ταχινή: νωρίς το πρωί

τσιγαρολάχανα: άγρια αρωματικά χόρτα 

τσικάλι: κατσαρόλα

τυροζούλι: σπιτικό κρητικό τυράκι

τσά ήτονε : έτσι ήταν

τραχιά γυναικεία χέρια: χέρια σκληρά δουλεμένα 

τζουλαμάς: αποκρεάτικο  γλυκό – ρυζόπιτα  της Μεσαράς

τσιγαρολάχανα: άγρια αρωματικά χόρτα 

τσιγαριστά: ψήνω  μαζί με λάδι σε τηγάνι ή τσικάλι για λίγα λεπτά

τσιμούλια: είδος χόρτου

τσαπράζια: πριονωτά,αναδιπλούμενα μαχαίρια

Υ

Φ 

φελί: το κομμάτι που αφαιρείται από τα άκρα μεγάλου τεμαχίου (μανταρινιού, ψωμιού) 

Χ

χειρόμυλος: δυο κυκλικές πέτρες, ίσου περίπου μεγέθους, η μια πάνω στην άλλη, χρησιμοποιείτε για το άλεσμα του σταριού

χοκλιοί: σαλιγκάρια

Ψ

Ω

 

Read 97 times
Login to post comments